περιεβλέπετο
<< περιβλεψάμενος
περιεβλέπετο

περιεβλέπετο (perieblepeto) — 1 Occurrence

Mark 5:32 V-IIM-3S
BIB: καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν
NAS: And He looked around to see
KJV: And he looked round about to see
INT: And he looked around to see her who


Strong's Greek 4017
7 Occurrences


περιβλεψάμενοι — 1 Occ.
περιβλεψάμενος — 5 Occ.
περιεβλέπετο — 1 Occ.

περιβεβλημένοι — 2 Occ.
περιβεβλημένον — 2 Occ.
περιβεβλημένος — 2 Occ.
περιβεβλημένους — 2 Occ.
περιεβάλετέ — 2 Occ.
περιεβάλετο — 2 Occ.
περιεβάλομεν — 1 Occ.
περιέβαλον — 1 Occ.
περιβλεψάμενοι — 1 Occ.
περιβλεψάμενος — 5 Occ.
περιβόλαιον — 1 Occ.
περιβολαίου — 1 Occ.
περιεδέδετο — 1 Occ.
περιεργαζομένους — 1 Occ.
περίεργα — 1 Occ.
περίεργοι — 1 Occ.
περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.
περιέχει — 1 Occ.


<< περιβλεψάμενος
περιεβλέπετο

Englishman's Greek Concordance