μετεσχημάτισα
<< μετασχηματίζονται
μετεσχημάτισα

μετεσχημάτισα (meteschēmatisa) — 1 Occurrence

1 Corinthians 4:6 V-AIA-1S
BIB: δέ ἀδελφοί μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν
NAS: brethren, I have figuratively applied to myself
KJV: brethren, I have in a figure transferred to
INT: moreover brothers I transferred to myself


Strong's Greek 3345
5 Occurrences


μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.

μεταπέμψηται — 1 Occ.
μετεπέμψασθέ — 1 Occ.
μετεπέμψατο — 1 Occ.
μεταστραφήσεται — 1 Occ.
μεταστρέψαι — 1 Occ.
μετατραπήτω — 1 Occ.
μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετατιθεμένης — 1 Occ.
μετατιθέντες — 1 Occ.
μετατίθεσθε — 1 Occ.
μετετέθη — 1 Occ.
μετετέθησαν — 1 Occ.
μετέθηκεν — 1 Occ.
μετέπειτα — 1 Occ.
μετέχειν — 2 Occ.
μετέχω — 1 Occ.
μετέχων — 1 Occ.


<< μετασχηματίζονται
μετεσχημάτισα

Englishman's Greek Concordance