μετασχηματίζεται
<< μετασχηματίσει
μετασχηματίζεται

μετασχηματίζεται (metaschēmatizetai) — 1 Occurrence

2 Corinthians 11:14 V-PIM-3S
BIB: ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον
NAS: Satan disguises himself as an angel
KJV: himself is transformed into
INT: Satan masquerades as an angel


Strong's Greek 3345
5 Occurrences


μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.

μετάπεμψαι — 2 Occ.
μεταπεμψάμενος — 1 Occ.
μεταπέμψασθαί — 1 Occ.
μεταπέμψηται — 1 Occ.
μετεπέμψασθέ — 1 Occ.
μετεπέμψατο — 1 Occ.
μεταστραφήσεται — 1 Occ.
μεταστρέψαι — 1 Occ.
μετατραπήτω — 1 Occ.
μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.
μετατιθεμένης — 1 Occ.
μετατιθέντες — 1 Occ.
μετατίθεσθε — 1 Occ.
μετετέθη — 1 Occ.
μετετέθησαν — 1 Occ.
μετέθηκεν — 1 Occ.
μετέπειτα — 1 Occ.


<< μετασχηματίσει
μετασχηματίζεται

Englishman's Greek Concordance