μετασχηματίσει
<< μετατραπήτω
μετασχηματίσει

μετασχηματίσει (metaschēmatisei) — 1 Occurrence

Philippians 3:21 V-FIA-3S
BIB: ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα
NAS: who will transform the body
KJV: Who shall change our vile
INT: who will transform the body


Strong's Greek 3345
5 Occurrences


μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.

μεταπεμπόμενος — 1 Occ.
μετάπεμψαι — 2 Occ.
μεταπεμψάμενος — 1 Occ.
μεταπέμψασθαί — 1 Occ.
μεταπέμψηται — 1 Occ.
μετεπέμψασθέ — 1 Occ.
μετεπέμψατο — 1 Occ.
μεταστραφήσεται — 1 Occ.
μεταστρέψαι — 1 Occ.
μετατραπήτω — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.
μετατιθεμένης — 1 Occ.
μετατιθέντες — 1 Occ.
μετατίθεσθε — 1 Occ.
μετετέθη — 1 Occ.
μετετέθησαν — 1 Occ.
μετέθηκεν — 1 Occ.


<< μετατραπήτω
μετασχηματίσει

Englishman's Greek Concordance