μετασχηματίζονται
<< μετασχηματιζόμενοι
μετασχηματίζονται

μετασχηματίζονται (metaschēmatizontai) — 1 Occurrence

2 Corinthians 11:15 V-PIM/P-3P
BIB: διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι
NAS: also disguise themselves as servants
KJV: also be transformed as
INT: servants of him masquerade as servants


Strong's Greek 3345
5 Occurrences


μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.

μεταπέμψασθαί — 1 Occ.
μεταπέμψηται — 1 Occ.
μετεπέμψασθέ — 1 Occ.
μετεπέμψατο — 1 Occ.
μεταστραφήσεται — 1 Occ.
μεταστρέψαι — 1 Occ.
μετατραπήτω — 1 Occ.
μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.
μετατιθεμένης — 1 Occ.
μετατιθέντες — 1 Occ.
μετατίθεσθε — 1 Occ.
μετετέθη — 1 Occ.
μετετέθησαν — 1 Occ.
μετέθηκεν — 1 Occ.
μετέπειτα — 1 Occ.
μετέχειν — 2 Occ.
μετέχω — 1 Occ.


<< μετασχηματιζόμενοι
μετασχηματίζονται

Englishman's Greek Concordance