μετέπειτα
<< μετέθηκεν
μετέπειτα

μετέπειτα (metepeita) — 1 Occurrence

Hebrews 12:17 Adv
BIB: ὅτι καὶ μετέπειτα θέλων κληρονομῆσαι
NAS: that even afterwards, when he desired
INT: that also afterward wishing to inherit


Strong's Greek 3347
1 Occurrence


μετέπειτα — 1 Occ.

μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.
μετατιθεμένης — 1 Occ.
μετατιθέντες — 1 Occ.
μετατίθεσθε — 1 Occ.
μετετέθη — 1 Occ.
μετετέθησαν — 1 Occ.
μετέθηκεν — 1 Occ.
μετέχειν — 2 Occ.
μετέχω — 1 Occ.
μετέχων — 1 Occ.
μετέχομεν — 1 Occ.
μετέχουσιν — 1 Occ.
μετέσχηκεν — 1 Occ.
μετέσχεν — 1 Occ.
μετεωρίζεσθε — 1 Occ.
μετοικεσίαν — 1 Occ.
μετοικεσίας — 3 Occ.


<< μετέθηκεν
μετέπειτα

Englishman's Greek Concordance