μετατραπήτω
<< μεταστρέψαι
μετατραπήτω

μετατραπήτω (metatrapētō) — 1 Occurrence

James 4:9 V-AMP-3S
BIB: εἰς πένθος μετατραπήτω καὶ ἡ
KJV: laughter be turned to
INT: to mourning let be turned and the


Strong's Greek 3344
3 Occurrences


μεταστραφήσεται — 1 Occ.
μεταστρέψαι — 1 Occ.
μετατραπήτω — 1 Occ.

μεταπεμφθείς — 1 Occ.
μεταπεμπόμενος — 1 Occ.
μετάπεμψαι — 2 Occ.
μεταπεμψάμενος — 1 Occ.
μεταπέμψασθαί — 1 Occ.
μεταπέμψηται — 1 Occ.
μετεπέμψασθέ — 1 Occ.
μετεπέμψατο — 1 Occ.
μεταστραφήσεται — 1 Occ.
μεταστρέψαι — 1 Occ.
μετασχηματίσει — 1 Occ.
μετασχηματίζεται — 1 Occ.
μετασχηματιζόμενοι — 1 Occ.
μετασχηματίζονται — 1 Occ.
μετεσχημάτισα — 1 Occ.
μετατιθεμένης — 1 Occ.
μετατιθέντες — 1 Occ.
μετατίθεσθε — 1 Occ.
μετετέθη — 1 Occ.
μετετέθησαν — 1 Occ.


<< μεταστρέψαι
μετατραπήτω

Englishman's Greek Concordance