προσκολληθήσεται
<< πρόσκλισιν
προσκολληθήσεται

προσκολληθήσεται (proskollēthēsetai) — 2 Occurrences

Mark 10:7 V-FIP-3S
BIB: μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν
INT: mother and cleave to the

Ephesians 5:31 V-FIP-3S
BIB: μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν
NAS: AND MOTHER AND SHALL BE JOINED TO HIS WIFE,
KJV: mother, and shall be joined unto his
INT: mother and will be joined to the


Strong's Greek 4347
2 Occurrences


προσκολληθήσεται — 2 Occ.

προσκαρτερήσομεν — 1 Occ.
προσκαρτερεῖτε — 1 Occ.
προσκαρτερῶν — 1 Occ.
προσκαρτεροῦντες — 5 Occ.
προσκαρτερούντων — 1 Occ.
προσκαρτερήσει — 1 Occ.
προσκεφάλαιον — 1 Occ.
προσεκληρώθησαν — 1 Occ.
προσεκλίθη — 1 Occ.
πρόσκλισιν — 1 Occ.
πρόσκομμα — 2 Occ.
προσκόμματος — 4 Occ.
προσκοπήν — 1 Occ.
προσέκοψαν — 2 Occ.
προσκόψῃς — 2 Occ.
προσκόπτει — 3 Occ.
προσκόπτουσιν — 1 Occ.
προσεκύλισεν — 1 Occ.
προσκυλίσας — 1 Occ.
προσεκύνησαν — 12 Occ.


<< πρόσκλισιν
προσκολληθήσεται

Englishman's Greek Concordance