προσκαρτερήσει
<< προσκαρτερούντων
προσκαρτερήσει

προσκαρτερήσει (proskarterēsei) — 1 Occurrence

Ephesians 6:18 N-DFS
BIB: ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ δεήσει
NAS: with all perseverance and petition
KJV: with all perseverance and supplication
INT: with all perserverance and supplication


Strong's Greek 4343
1 Occurrence


προσκαρτερήσει — 1 Occ.

προσκαλεσάσθω — 1 Occ.
προσκαλέσηται — 1 Occ.
προσκέκλημαι — 1 Occ.
προσκέκληται — 1 Occ.
προσκαρτερῇ — 1 Occ.
προσκαρτερήσομεν — 1 Occ.
προσκαρτερεῖτε — 1 Occ.
προσκαρτερῶν — 1 Occ.
προσκαρτεροῦντες — 5 Occ.
προσκαρτερούντων — 1 Occ.
προσκεφάλαιον — 1 Occ.
προσεκληρώθησαν — 1 Occ.
προσεκλίθη — 1 Occ.
πρόσκλισιν — 1 Occ.
προσκολληθήσεται — 2 Occ.
πρόσκομμα — 2 Occ.
προσκόμματος — 4 Occ.
προσκοπήν — 1 Occ.
προσέκοψαν — 2 Occ.
προσκόψῃς — 2 Occ.


<< προσκαρτερούντων
προσκαρτερήσει

Englishman's Greek Concordance