προσκεφάλαιον
<< προσκαρτερήσει
προσκεφάλαιον

προσκεφάλαιον (proskephalaion) — 1 Occurrence

Mark 4:38 N-ANS
BIB: ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων καὶ
NAS: asleep on the cushion; and they woke
KJV: asleep on a pillow: and they awake
INT: on the cushion sleeping And


Strong's Greek 4344
1 Occurrence


προσκεφάλαιον — 1 Occ.

προσκαλέσηται — 1 Occ.
προσκέκλημαι — 1 Occ.
προσκέκληται — 1 Occ.
προσκαρτερῇ — 1 Occ.
προσκαρτερήσομεν — 1 Occ.
προσκαρτερεῖτε — 1 Occ.
προσκαρτερῶν — 1 Occ.
προσκαρτεροῦντες — 5 Occ.
προσκαρτερούντων — 1 Occ.
προσκαρτερήσει — 1 Occ.
προσεκληρώθησαν — 1 Occ.
προσεκλίθη — 1 Occ.
πρόσκλισιν — 1 Occ.
προσκολληθήσεται — 2 Occ.
πρόσκομμα — 2 Occ.
προσκόμματος — 4 Occ.
προσκοπήν — 1 Occ.
προσέκοψαν — 2 Occ.
προσκόψῃς — 2 Occ.
προσκόπτει — 3 Occ.


<< προσκαρτερήσει
προσκεφάλαιον

Englishman's Greek Concordance