προσκαρτερούντων
<< προσκαρτεροῦντες
προσκαρτερούντων

προσκαρτερούντων (proskarterountōn) — 1 Occurrence

Acts 10:7 V-PPA-GMP
BIB: εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων αὐτῷ
NAS: of those who were his personal attendants,
KJV: him continually;
INT: devout of those continually waiting on him


Strong's Greek 4342
10 Occurrences


προσκαρτερῇ — 1 Occ.
προσκαρτερήσομεν — 1 Occ.
προσκαρτερεῖτε — 1 Occ.
προσκαρτερῶν — 1 Occ.
προσκαρτεροῦντες — 5 Occ.
προσκαρτερούντων — 1 Occ.

προσκαλεσάμενος — 20 Occ.
προσκαλεσάσθω — 1 Occ.
προσκαλέσηται — 1 Occ.
προσκέκλημαι — 1 Occ.
προσκέκληται — 1 Occ.
προσκαρτερῇ — 1 Occ.
προσκαρτερήσομεν — 1 Occ.
προσκαρτερεῖτε — 1 Occ.
προσκαρτερῶν — 1 Occ.
προσκαρτεροῦντες — 5 Occ.
προσκαρτερήσει — 1 Occ.
προσκεφάλαιον — 1 Occ.
προσεκληρώθησαν — 1 Occ.
προσεκλίθη — 1 Occ.
πρόσκλισιν — 1 Occ.
προσκολληθήσεται — 2 Occ.
πρόσκομμα — 2 Occ.
προσκόμματος — 4 Occ.
προσκοπήν — 1 Occ.
προσέκοψαν — 2 Occ.


<< προσκαρτεροῦντες
προσκαρτερούντων

Englishman's Greek Concordance