καταλλαγέντες
<< καταλλαγήτω
καταλλαγέντες

καταλλαγέντες (katallagentes) — 1 Occurrence

Romans 5:10 V-APP-NMP
BIB: πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν
NAS: more, having been reconciled, we shall be saved
KJV: more, being reconciled, we shall be saved
INT: much more having been reconciled we will be saved by


Strong's Greek 2644
6 Occurrences


καταλλάγητε — 1 Occ.
καταλλαγήτω — 1 Occ.
καταλλαγέντες — 1 Occ.
καταλλάσσων — 1 Occ.
καταλλάξαντος — 1 Occ.
κατηλλάγημεν — 1 Occ.

κατελείφθη — 1 Occ.
κατέλιπε — 1 Occ.
κατέλιπεν — 3 Occ.
κατέλιπον — 2 Occ.
καταλιθάσει — 1 Occ.
καταλλαγὴ — 1 Occ.
καταλλαγὴν — 1 Occ.
καταλλαγῆς — 2 Occ.
καταλλάγητε — 1 Occ.
καταλλαγήτω — 1 Occ.
καταλλάσσων — 1 Occ.
καταλλάξαντος — 1 Occ.
κατηλλάγημεν — 1 Occ.
κατάλοιποι — 1 Occ.
κατάλυμά — 2 Occ.
καταλύματι — 1 Occ.
κατάλυε — 1 Occ.
καταλύων — 2 Occ.
καταλῦσαι — 5 Occ.
καταλύσει — 1 Occ.


<< καταλλαγήτω
καταλλαγέντες

Englishman's Greek Concordance