καταλιθάσει
<< κατέλιπον
καταλιθάσει

καταλιθάσει (katalithasei) — 1 Occurrence

Luke 20:6 V-FIA-3S
BIB: λαὸς ἅπας καταλιθάσει ἡμᾶς πεπεισμένος
NAS: the people will stone us to death, for they are convinced
KJV: all the people will stone us: for
INT: people all will stone us persuaded


Strong's Greek 2642
1 Occurrence


καταλιθάσει — 1 Occ.

καταλείψαντας — 1 Occ.
καταλείψει — 3 Occ.
καταλελειμμένος — 1 Occ.
καταλίπῃ — 1 Occ.
καταλιπὼν — 6 Occ.
καταλιπόντες — 1 Occ.
κατελείφθη — 1 Occ.
κατέλιπε — 1 Occ.
κατέλιπεν — 3 Occ.
κατέλιπον — 2 Occ.
καταλλαγὴ — 1 Occ.
καταλλαγὴν — 1 Occ.
καταλλαγῆς — 2 Occ.
καταλλάγητε — 1 Occ.
καταλλαγήτω — 1 Occ.
καταλλαγέντες — 1 Occ.
καταλλάσσων — 1 Occ.
καταλλάξαντος — 1 Occ.
κατηλλάγημεν — 1 Occ.
κατάλοιποι — 1 Occ.


<< κατέλιπον
καταλιθάσει

Englishman's Greek Concordance