καταλείψει
<< καταλείψαντας
καταλείψει

καταλείψει (kataleipsei) — 3 Occurrences

Matthew 19:5 V-FIA-3S
BIB: Ἕνεκα τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν
NAS: A MAN SHALL LEAVE HIS FATHER
KJV: cause shall a man leave father and
INT: On account of this will leave a man the

Mark 10:7 V-FIA-3S
BIB: ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν
NAS: A MAN SHALL LEAVE HIS FATHER
KJV: shall a man leave his father
INT: On account of this will leave a man the

Ephesians 5:31 V-FIA-3S
BIB: ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν
NAS: A MAN SHALL LEAVE HIS FATHER
KJV: shall a man leave his father
INT: Because of this will leave a man his


Strong's Greek 2641
24 Occurrences


καταλείπει — 1 Occ.
καταλειφθῆναι — 1 Occ.
καταλειπομένης — 1 Occ.
καταλείποντες — 1 Occ.
καταλείψαντας — 1 Occ.
καταλείψει — 3 Occ.
καταλελειμμένος — 1 Occ.
καταλίπῃ — 1 Occ.
καταλιπὼν — 6 Occ.
καταλιπόντες — 1 Occ.
κατελείφθη — 1 Occ.
κατέλιπε — 1 Occ.
κατέλιπεν — 3 Occ.
κατέλιπον — 2 Occ.

κατείληπται — 1 Occ.
κατέλαβεν — 2 Occ.
κατελαβόμην — 1 Occ.
κατελήμφθην — 1 Occ.
καταλεγέσθω — 1 Occ.
καταλείπει — 1 Occ.
καταλειφθῆναι — 1 Occ.
καταλειπομένης — 1 Occ.
καταλείποντες — 1 Occ.
καταλείψαντας — 1 Occ.
καταλελειμμένος — 1 Occ.
καταλίπῃ — 1 Occ.
καταλιπὼν — 6 Occ.
καταλιπόντες — 1 Occ.
κατελείφθη — 1 Occ.
κατέλιπε — 1 Occ.
κατέλιπεν — 3 Occ.
κατέλιπον — 2 Occ.
καταλιθάσει — 1 Occ.
καταλλαγὴ — 1 Occ.


<< καταλείψαντας
καταλείψει

Englishman's Greek Concordance