κατάλοιποι
<< κατηλλάγημεν
κατάλοιποι

κατάλοιποι (kataloipoi) — 1 Occurrence

Acts 15:17 Adj-NMP
BIB: ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι τῶν ἀνθρώπων
NAS: SO THAT THE REST OF MANKIND MAY SEEK
KJV: That the residue of men
INT: might seek out the remnant the of men


Strong's Greek 2645
1 Occurrence


κατάλοιποι — 1 Occ.

καταλιθάσει — 1 Occ.
καταλλαγὴ — 1 Occ.
καταλλαγὴν — 1 Occ.
καταλλαγῆς — 2 Occ.
καταλλάγητε — 1 Occ.
καταλλαγήτω — 1 Occ.
καταλλαγέντες — 1 Occ.
καταλλάσσων — 1 Occ.
καταλλάξαντος — 1 Occ.
κατηλλάγημεν — 1 Occ.
κατάλυμά — 2 Occ.
καταλύματι — 1 Occ.
κατάλυε — 1 Occ.
καταλύων — 2 Occ.
καταλῦσαι — 5 Occ.
καταλύσει — 1 Occ.
καταλύσω — 1 Occ.
καταλύσωσιν — 1 Occ.
καταλυθῇ — 2 Occ.
καταλυθήσεται — 3 Occ.


<< κατηλλάγημεν
κατάλοιποι

Englishman's Greek Concordance