καταλύματι
<< κατάλυμά
καταλύματι

καταλύματι (katalymati) — 1 Occurrence

Luke 2:7 N-DNS
BIB: ἐν τῷ καταλύματι
NAS: there was no room for them in the inn.
KJV: for them in the inn.
INT: in the inn


Strong's Greek 2646
3 Occurrences


κατάλυμά — 2 Occ.
καταλύματι — 1 Occ.

καταλλαγὴν — 1 Occ.
καταλλαγῆς — 2 Occ.
καταλλάγητε — 1 Occ.
καταλλαγήτω — 1 Occ.
καταλλαγέντες — 1 Occ.
καταλλάσσων — 1 Occ.
καταλλάξαντος — 1 Occ.
κατηλλάγημεν — 1 Occ.
κατάλοιποι — 1 Occ.
κατάλυμά — 2 Occ.
κατάλυε — 1 Occ.
καταλύων — 2 Occ.
καταλῦσαι — 5 Occ.
καταλύσει — 1 Occ.
καταλύσω — 1 Occ.
καταλύσωσιν — 1 Occ.
καταλυθῇ — 2 Occ.
καταλυθήσεται — 3 Occ.
κατέλυσα — 1 Occ.
καταμάθετε — 1 Occ.


<< κατάλυμά
καταλύματι

Englishman's Greek Concordance