στρατεύονται
<< στρατευόμεθα
στρατεύονται

στρατεύονται (strateuontai) — 1 Occurrence

1 Peter 2:11 V-PIM-3P
BIB: ἐπιθυμιῶν αἵτινες στρατεύονται κατὰ τῆς
NAS: lusts which wage war against the soul.
KJV: lusts, which war against the soul;
INT: desires which war against the


Strong's Greek 4754
7 Occurrences


στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευομένων — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατευόμεθα — 1 Occ.
στρατεύονται — 1 Occ.

στρατεύματα — 3 Occ.
στρατεύματι — 1 Occ.
στρατευμάτων — 1 Occ.
στρατεύματος — 1 Occ.
στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευομένων — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατευόμεθα — 1 Occ.
στρατηγοὶ — 3 Occ.
στρατηγοῖς — 3 Occ.
στρατηγὸς — 3 Occ.
στρατηγοὺς — 1 Occ.
στρατιᾷ — 1 Occ.
στρατιᾶς — 1 Occ.
στρατιῶται — 9 Occ.
στρατιώταις — 3 Occ.
στρατιώτας — 5 Occ.
στρατιώτῃ — 2 Occ.


<< στρατευόμεθα
στρατεύονται

Englishman's Greek Concordance