στρατευόμεθα
<< στρατευόμενος
στρατευόμεθα

στρατευόμεθα (strateuometha) — 1 Occurrence

2 Corinthians 10:3 V-PIM-1P
BIB: κατὰ σάρκα στρατευόμεθα
NAS: in the flesh, we do not war according
KJV: we do not war after the flesh:
INT: according to flesh do we war


Strong's Greek 4754
7 Occurrences


στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευομένων — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατευόμεθα — 1 Occ.
στρατεύονται — 1 Occ.

στρατεύμασιν — 1 Occ.
στρατεύματα — 3 Occ.
στρατεύματι — 1 Occ.
στρατευμάτων — 1 Occ.
στρατεύματος — 1 Occ.
στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευομένων — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατεύονται — 1 Occ.
στρατηγοὶ — 3 Occ.
στρατηγοῖς — 3 Occ.
στρατηγὸς — 3 Occ.
στρατηγοὺς — 1 Occ.
στρατιᾷ — 1 Occ.
στρατιᾶς — 1 Occ.
στρατιῶται — 9 Occ.
στρατιώταις — 3 Occ.
στρατιώτας — 5 Occ.


<< στρατευόμενος
στρατευόμεθα

Englishman's Greek Concordance