στρατευομένων
<< στρατεύεται
στρατευομένων

στρατευομένων (strateuomenōn) — 1 Occurrence

James 4:1 V-PPM-GFP
BIB: ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς
NAS: your pleasures that wage war in your members?
KJV: your lusts that war in your
INT: of you which war in the


Strong's Greek 4754
7 Occurrences


στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευομένων — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατευόμεθα — 1 Occ.
στρατεύονται — 1 Occ.

στρατείαν — 1 Occ.
στρατείας — 1 Occ.
στράτευμα — 1 Occ.
στρατεύμασιν — 1 Occ.
στρατεύματα — 3 Occ.
στρατεύματι — 1 Occ.
στρατευμάτων — 1 Occ.
στρατεύματος — 1 Occ.
στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατευόμεθα — 1 Occ.
στρατεύονται — 1 Occ.
στρατηγοὶ — 3 Occ.
στρατηγοῖς — 3 Occ.
στρατηγὸς — 3 Occ.
στρατηγοὺς — 1 Occ.
στρατιᾷ — 1 Occ.
στρατιᾶς — 1 Occ.


<< στρατεύεται
στρατευομένων

Englishman's Greek Concordance