στρατεύματος
<< στρατευμάτων
στρατεύματος

στρατεύματος (strateumatos) — 1 Occurrence

Revelation 19:19 N-GNS
BIB: μετὰ τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ
NAS: on the horse and against His army.
KJV: against his army.
INT: with the army of him


Strong's Greek 4753
8 Occurrences


στράτευμα — 1 Occ.
στρατεύμασιν — 1 Occ.
στρατεύματα — 3 Occ.
στρατεύματι — 1 Occ.
στρατευμάτων — 1 Occ.
στρατεύματος — 1 Occ.

στομάτων — 2 Occ.
στόματος — 34 Occ.
στόμαχον — 1 Occ.
στρατείαν — 1 Occ.
στρατείας — 1 Occ.
στράτευμα — 1 Occ.
στρατεύμασιν — 1 Occ.
στρατεύματα — 3 Occ.
στρατεύματι — 1 Occ.
στρατευμάτων — 1 Occ.
στρατεύῃ — 1 Occ.
στρατεύεται — 1 Occ.
στρατευομένων — 1 Occ.
στρατευόμενοι — 1 Occ.
στρατευόμενος — 1 Occ.
στρατευόμεθα — 1 Occ.
στρατεύονται — 1 Occ.
στρατηγοὶ — 3 Occ.
στρατηγοῖς — 3 Occ.
στρατηγὸς — 3 Occ.


<< στρατευμάτων
στρατεύματος

Englishman's Greek Concordance