κατακαυχᾶται
<< κατακαυχᾶσθε
κατακαυχᾶται

κατακαυχᾶται (katakauchatai) — 1 Occurrence

James 2:13 V-PIM/P-3S
BIB: ποιήσαντι ἔλεος κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως
NAS: mercy; mercy triumphs over judgment.
KJV: and mercy rejoiceth against judgment.
INT: having shown mercy triumps over mercy judgment


Strong's Greek 2620
4 Occurrences


κατακαυχᾶσαι — 1 Occ.
κατακαυχᾶσθε — 1 Occ.
κατακαυχᾶται — 1 Occ.
κατακαυχῶ — 1 Occ.

κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.
κατακαυθήσεται — 1 Occ.
κατεκάη — 3 Occ.
κατέκαιον — 1 Occ.
κατακαλύπτεσθαι — 1 Occ.
κατακαλυπτέσθω — 1 Occ.
κατακαλύπτεται — 1 Occ.
κατακαυχᾶσαι — 1 Occ.
κατακαυχᾶσθε — 1 Occ.
κατακαυχῶ — 1 Occ.
κατακείμενοι — 1 Occ.
κατακείμενον — 3 Occ.
κατακειμένου — 1 Occ.
κατακεῖσθαι — 2 Occ.
κατάκειται — 1 Occ.
κατέκειτο — 4 Occ.
κατέκλασεν — 2 Occ.
κατέκλεισα — 1 Occ.
κατέκλεισεν — 1 Occ.


<< κατακαυχᾶσθε
κατακαυχᾶται

Englishman's Greek Concordance