κατακαλύπτεται
<< κατακαλυπτέσθω
κατακαλύπτεται

κατακαλύπτεται (katakalyptetai) — 1 Occurrence

1 Corinthians 11:6 V-PIM/P-3S
BIB: γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή καὶ
NAS: a woman does not cover her head, let her also
KJV: be not covered, let her also
INT: indeed not be concealed a woman also


Strong's Greek 2619
3 Occurrences


κατακαλύπτεσθαι — 1 Occ.
κατακαλυπτέσθω — 1 Occ.
κατακαλύπτεται — 1 Occ.

κατακαήσεται — 1 Occ.
κατακαίεται — 2 Occ.
κατακαῦσαι — 1 Occ.
κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.
κατακαυθήσεται — 1 Occ.
κατεκάη — 3 Occ.
κατέκαιον — 1 Occ.
κατακαλύπτεσθαι — 1 Occ.
κατακαλυπτέσθω — 1 Occ.
κατακαυχᾶσαι — 1 Occ.
κατακαυχᾶσθε — 1 Occ.
κατακαυχᾶται — 1 Occ.
κατακαυχῶ — 1 Occ.
κατακείμενοι — 1 Occ.
κατακείμενον — 3 Occ.
κατακειμένου — 1 Occ.
κατακεῖσθαι — 2 Occ.
κατάκειται — 1 Occ.
κατέκειτο — 4 Occ.


<< κατακαλυπτέσθω
κατακαλύπτεται

Englishman's Greek Concordance