κατάκειται
<< κατακεῖσθαι
κατάκειται

κατάκειται (katakeitai) — 1 Occurrence

Luke 7:37 V-PIM/P-3S
BIB: ἐπιγνοῦσα ὅτι κατάκειται ἐν τῇ
NAS: and when she learned that He was reclining [at the table] in the Pharisee's
INT: she having known that he had reclined [at table] in the


Strong's Greek 2621
12 Occurrences


κατακείμενοι — 1 Occ.
κατακείμενον — 3 Occ.
κατακειμένου — 1 Occ.
κατακεῖσθαι — 2 Occ.
κατάκειται — 1 Occ.
κατέκειτο — 4 Occ.

κατακαλυπτέσθω — 1 Occ.
κατακαλύπτεται — 1 Occ.
κατακαυχᾶσαι — 1 Occ.
κατακαυχᾶσθε — 1 Occ.
κατακαυχᾶται — 1 Occ.
κατακαυχῶ — 1 Occ.
κατακείμενοι — 1 Occ.
κατακείμενον — 3 Occ.
κατακειμένου — 1 Occ.
κατακεῖσθαι — 2 Occ.
κατέκειτο — 4 Occ.
κατέκλασεν — 2 Occ.
κατέκλεισα — 1 Occ.
κατέκλεισεν — 1 Occ.
κατεκληρονόμησεν — 1 Occ.
Κατακλίνατε — 1 Occ.
κατακλιθῆναι — 1 Occ.
κατακλιθῇς — 1 Occ.
κατέκλιναν — 1 Occ.
κατεκλίθη — 1 Occ.


<< κατακεῖσθαι
κατάκειται

Englishman's Greek Concordance