κατακαυχᾶσαι
<< κατακαλύπτεται
κατακαυχᾶσαι

κατακαυχᾶσαι (katakauchasai) — 1 Occurrence

Romans 11:18 V-PIM/P-2S
BIB: εἰ δὲ κατακαυχᾶσαι οὐ σὺ
NAS: do not be arrogant toward the branches;
KJV: But if thou boast, thou bearest
INT: if moreover you boast against [them] not you


Strong's Greek 2620
4 Occurrences


κατακαυχᾶσαι — 1 Occ.
κατακαυχᾶσθε — 1 Occ.
κατακαυχᾶται — 1 Occ.
κατακαυχῶ — 1 Occ.

κατακαίεται — 2 Occ.
κατακαῦσαι — 1 Occ.
κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.
κατακαυθήσεται — 1 Occ.
κατεκάη — 3 Occ.
κατέκαιον — 1 Occ.
κατακαλύπτεσθαι — 1 Occ.
κατακαλυπτέσθω — 1 Occ.
κατακαλύπτεται — 1 Occ.
κατακαυχᾶσθε — 1 Occ.
κατακαυχᾶται — 1 Occ.
κατακαυχῶ — 1 Occ.
κατακείμενοι — 1 Occ.
κατακείμενον — 3 Occ.
κατακειμένου — 1 Occ.
κατακεῖσθαι — 2 Occ.
κατάκειται — 1 Occ.
κατέκειτο — 4 Occ.
κατέκλασεν — 2 Occ.


<< κατακαλύπτεται
κατακαυχᾶσαι

Englishman's Greek Concordance