συνακολουθοῦσαι
<< συνακολουθῆσαι
συνακολουθοῦσαι

συνακολουθοῦσαι (synakolouthousai) — 1 Occurrence

Luke 23:49 V-APA-NFP
BIB: γυναῖκες αἱ συνακολουθοῦσαι αὐτῷ ἀπὸ
NAS: and the women who accompanied Him from Galilee
KJV: and the women that followed him from
INT: women the [ones] having followed him from


Strong's Greek 4870
3 Occurrences


συνακολουθῆσαι — 1 Occ.
συνακολουθοῦσαι — 1 Occ.
συνηκολούθει — 1 Occ.

συνήθλησάν — 1 Occ.
ἠθροισμένους — 1 Occ.
συναθροίσας — 1 Occ.
συνηθροισμένοι — 1 Occ.
συναίρει — 1 Occ.
συναίρειν — 1 Occ.
συνᾶραι — 1 Occ.
συναιχμάλωτός — 2 Occ.
συναιχμαλώτους — 1 Occ.
συνακολουθῆσαι — 1 Occ.
συνηκολούθει — 1 Occ.
συναλιζόμενος — 1 Occ.
συναναβᾶσαι — 1 Occ.
συναναβᾶσιν — 1 Occ.
συνανακειμένων — 2 Occ.
συνανακείμενοι — 1 Occ.
συνανακειμένοις — 1 Occ.
συνανακειμένους — 1 Occ.
συνανέκειντο — 2 Occ.
συναναμίγνυσθαι — 3 Occ.


<< συνακολουθῆσαι
συνακολουθοῦσαι

Englishman's Greek Concordance