συναιχμαλώτους
<< συναιχμάλωτός
συναιχμαλώτους

συναιχμαλώτους (synaichmalōtous) — 1 Occurrence

Romans 16:7 Adj-AMP
BIB: μου καὶ συναιχμαλώτους μου οἵτινές
NAS: my kinsmen and my fellow prisoners, who
KJV: and my fellowprisoners, who are
INT: of me and fellow prisoners of me who


Strong's Greek 4869
3 Occurrences


συναιχμάλωτός — 2 Occ.
συναιχμαλώτους — 1 Occ.

συναγωνίσασθαί — 1 Occ.
συναθλοῦντες — 1 Occ.
συνήθλησάν — 1 Occ.
ἠθροισμένους — 1 Occ.
συναθροίσας — 1 Occ.
συνηθροισμένοι — 1 Occ.
συναίρει — 1 Occ.
συναίρειν — 1 Occ.
συνᾶραι — 1 Occ.
συναιχμάλωτός — 2 Occ.
συνακολουθῆσαι — 1 Occ.
συνακολουθοῦσαι — 1 Occ.
συνηκολούθει — 1 Occ.
συναλιζόμενος — 1 Occ.
συναναβᾶσαι — 1 Occ.
συναναβᾶσιν — 1 Occ.
συνανακειμένων — 2 Occ.
συνανακείμενοι — 1 Occ.
συνανακειμένοις — 1 Occ.
συνανακειμένους — 1 Occ.


<< συναιχμάλωτός
συναιχμαλώτους

Englishman's Greek Concordance