συνᾶραι
<< συναίρειν
συνᾶραι

συνᾶραι (synarai) — 1 Occurrence

Matthew 18:23 V-ANA
BIB: ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ
NAS: wished to settle accounts
KJV: which would take account of
INT: who would settle accounts accounts with


Strong's Greek 4868
3 Occurrences


συναίρει — 1 Occ.
συναίρειν — 1 Occ.
συνᾶραι — 1 Occ.

συναγωγῆς — 6 Occ.
συναγωγῶν — 1 Occ.
συναγωνίσασθαί — 1 Occ.
συναθλοῦντες — 1 Occ.
συνήθλησάν — 1 Occ.
ἠθροισμένους — 1 Occ.
συναθροίσας — 1 Occ.
συνηθροισμένοι — 1 Occ.
συναίρει — 1 Occ.
συναίρειν — 1 Occ.
συναιχμάλωτός — 2 Occ.
συναιχμαλώτους — 1 Occ.
συνακολουθῆσαι — 1 Occ.
συνακολουθοῦσαι — 1 Occ.
συνηκολούθει — 1 Occ.
συναλιζόμενος — 1 Occ.
συναναβᾶσαι — 1 Occ.
συναναβᾶσιν — 1 Occ.
συνανακειμένων — 2 Occ.
συνανακείμενοι — 1 Occ.


<< συναίρειν
συνᾶραι

Englishman's Greek Concordance