στιγμῇ
<< στίγματα
στιγμῇ

στιγμῇ (stigmē) — 1 Occurrence

Luke 4:5 N-DFS
BIB: οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου
NAS: of the world in a moment of time.
KJV: of the world in a moment of time.
INT: world in a moment of time


Strong's Greek 4743
1 Occurrence


στιγμῇ — 1 Occ.

στηριγμοῦ — 1 Occ.
ἐστηριγμένους — 1 Occ.
ἐστήρικται — 1 Occ.
ἐστήρισεν — 1 Occ.
στηριχθῆναι — 1 Occ.
στήρισον — 2 Occ.
στηρίξαι — 4 Occ.
στηρίξατε — 1 Occ.
στηρίξει — 2 Occ.
στίγματα — 1 Occ.
στίλβοντα — 1 Occ.
στοᾷ — 3 Occ.
στοὰς — 1 Occ.
στιβάδας — 1 Occ.
στοιχεῖα — 6 Occ.
στοιχείων — 1 Occ.
στοιχήσουσιν — 1 Occ.
στοιχεῖν — 1 Occ.
στοιχεῖς — 1 Occ.
στοιχῶμεν — 1 Occ.


<< στίγματα
στιγμῇ

Englishman's Greek Concordance