ἐστήρικται
<< ἐστηριγμένους
ἐστήρικται

ἐστήρικται (estēriktai) — 1 Occurrence

Luke 16:26 V-RIM/P-3S
BIB: χάσμα μέγα ἐστήρικται ὅπως οἱ
NAS: chasm fixed, so
KJV: gulf fixed: so that
INT: a chasm great has been fixed so that they who


Strong's Greek 4741
13 Occurrences


ἐστηριγμένους — 1 Occ.
ἐστήρικται — 1 Occ.
ἐστήρισεν — 1 Occ.
στηριχθῆναι — 1 Occ.
στήρισον — 2 Occ.
στηρίξαι — 4 Occ.
στηρίξατε — 1 Occ.
στηρίξει — 2 Occ.

ἐστεφάνωσας — 1 Occ.
στεφανοῦται — 1 Occ.
στήθη — 2 Occ.
στῆθος — 3 Occ.
ἔστηκεν — 2 Occ.
στήκει — 1 Occ.
στήκετε — 7 Occ.
στήκοντες — 1 Occ.
στηριγμοῦ — 1 Occ.
ἐστηριγμένους — 1 Occ.
ἐστήρισεν — 1 Occ.
στηριχθῆναι — 1 Occ.
στήρισον — 2 Occ.
στηρίξαι — 4 Occ.
στηρίξατε — 1 Occ.
στηρίξει — 2 Occ.
στίγματα — 1 Occ.
στιγμῇ — 1 Occ.
στίλβοντα — 1 Occ.
στοᾷ — 3 Occ.


<< ἐστηριγμένους
ἐστήρικται

Englishman's Greek Concordance