στηρίξατε
<< στηρίξαι
στηρίξατε

στηρίξατε (stērixate) — 1 Occurrence

James 5:8 V-AMA-2P
BIB: καὶ ὑμεῖς στηρίξατε τὰς καρδίας
NAS: be patient; strengthen your hearts,
KJV: also patient; stablish your hearts:
INT: also you strengthen the hearts


Strong's Greek 4741
13 Occurrences


ἐστηριγμένους — 1 Occ.
ἐστήρικται — 1 Occ.
ἐστήρισεν — 1 Occ.
στηριχθῆναι — 1 Occ.
στήρισον — 2 Occ.
στηρίξαι — 4 Occ.
στηρίξατε — 1 Occ.
στηρίξει — 2 Occ.

στήκει — 1 Occ.
στήκετε — 7 Occ.
στήκοντες — 1 Occ.
στηριγμοῦ — 1 Occ.
ἐστηριγμένους — 1 Occ.
ἐστήρικται — 1 Occ.
ἐστήρισεν — 1 Occ.
στηριχθῆναι — 1 Occ.
στήρισον — 2 Occ.
στηρίξαι — 4 Occ.
στηρίξει — 2 Occ.
στίγματα — 1 Occ.
στιγμῇ — 1 Occ.
στίλβοντα — 1 Occ.
στοᾷ — 3 Occ.
στοὰς — 1 Occ.
στιβάδας — 1 Occ.
στοιχεῖα — 6 Occ.
στοιχείων — 1 Occ.
στοιχήσουσιν — 1 Occ.


<< στηρίξαι
στηρίξατε

Englishman's Greek Concordance