προστῆναι
<< προΐστασθαι
προστῆναι

προστῆναι (prostēnai) — 1 Occurrence

1 Timothy 3:5 V-ANA
BIB: ἰδίου οἴκου προστῆναι οὐκ οἶδεν
NAS: does not know how to manage his own
KJV: not how to rule his own house,
INT: own house [how] to rule not knows


Strong's Greek 4291
8 Occurrences


προεστῶτες — 1 Occ.
προϊστάμενοι — 1 Occ.
προϊστάμενον — 1 Occ.
προϊστάμενος — 1 Occ.
προϊσταμένους — 1 Occ.
προΐστασθαι — 2 Occ.
προστῆναι — 1 Occ.

προθυμίαν — 2 Occ.
προθυμίας — 1 Occ.
πρόθυμον — 3 Occ.
προθύμως — 1 Occ.
προεστῶτες — 1 Occ.
προϊστάμενοι — 1 Occ.
προϊστάμενον — 1 Occ.
προϊστάμενος — 1 Occ.
προϊσταμένους — 1 Occ.
προΐστασθαι — 2 Occ.
προκαλούμενοι — 1 Occ.
προκαταγγείλαντας — 1 Occ.
προκατήγγειλεν — 1 Occ.
προκαταρτίσωσιν — 1 Occ.
προκειμένης — 2 Occ.
προκείμενον — 1 Occ.
πρόκεινται — 1 Occ.
πρόκειται — 1 Occ.
προκηρύξαντος — 1 Occ.
προκοπὴ — 1 Occ.


<< προΐστασθαι
προστῆναι

Englishman's Greek Concordance