προϊστάμενος
<< προϊστάμενον
προϊστάμενος

προϊστάμενος (proistamenos) — 1 Occurrence

Romans 12:8 V-PPM-NMS
BIB: ἁπλότητι ὁ προϊστάμενος ἐν σπουδῇ
NAS: with liberality; he who leads, with diligence;
KJV: simplicity; he that ruleth, with
INT: simplicity he that takes the lead with earnestness


Strong's Greek 4291
8 Occurrences


προεστῶτες — 1 Occ.
προϊστάμενοι — 1 Occ.
προϊστάμενον — 1 Occ.
προϊστάμενος — 1 Occ.
προϊσταμένους — 1 Occ.
προΐστασθαι — 2 Occ.
προστῆναι — 1 Occ.

πρόθεσις — 2 Occ.
προθεσμίας — 1 Occ.
προθυμία — 2 Occ.
προθυμίαν — 2 Occ.
προθυμίας — 1 Occ.
πρόθυμον — 3 Occ.
προθύμως — 1 Occ.
προεστῶτες — 1 Occ.
προϊστάμενοι — 1 Occ.
προϊστάμενον — 1 Occ.
προϊσταμένους — 1 Occ.
προΐστασθαι — 2 Occ.
προστῆναι — 1 Occ.
προκαλούμενοι — 1 Occ.
προκαταγγείλαντας — 1 Occ.
προκατήγγειλεν — 1 Occ.
προκαταρτίσωσιν — 1 Occ.
προκειμένης — 2 Occ.
προκείμενον — 1 Occ.
πρόκεινται — 1 Occ.


<< προϊστάμενον
προϊστάμενος

Englishman's Greek Concordance