προκατήγγειλεν
<< προκαταγγείλαντας
προκατήγγειλεν

προκατήγγειλεν (prokatēngeilen) — 1 Occurrence

Acts 3:18 V-AIA-3S
BIB: θεὸς ἃ προκατήγγειλεν διὰ στόματος
NAS: God announced beforehand by the mouth
KJV: God before had shewed by
INT: God what [he]foretold by [the] mouth


Strong's Greek 4293
2 Occurrences


προκαταγγείλαντας — 1 Occ.
προκατήγγειλεν — 1 Occ.

προθύμως — 1 Occ.
προεστῶτες — 1 Occ.
προϊστάμενοι — 1 Occ.
προϊστάμενον — 1 Occ.
προϊστάμενος — 1 Occ.
προϊσταμένους — 1 Occ.
προΐστασθαι — 2 Occ.
προστῆναι — 1 Occ.
προκαλούμενοι — 1 Occ.
προκαταγγείλαντας — 1 Occ.
προκαταρτίσωσιν — 1 Occ.
προκειμένης — 2 Occ.
προκείμενον — 1 Occ.
πρόκεινται — 1 Occ.
πρόκειται — 1 Occ.
προκηρύξαντος — 1 Occ.
προκοπὴ — 1 Occ.
προκοπὴν — 2 Occ.
προέκοψεν — 1 Occ.
προέκοπτεν — 1 Occ.


<< προκαταγγείλαντας
προκατήγγειλεν

Englishman's Greek Concordance