κατειλημμένην
<< καταλαμβάνομαι
κατειλημμένην

κατειλημμένην (kateilēmmenēn) — 1 Occurrence

John 8:3 V-RPM/P-AFS
BIB: ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην καὶ στήσαντες
NAS: a woman caught in adultery,
KJV: him a woman taken in adultery;
INT: in adultery having been caught and having set


Strong's Greek 2638
15 Occurrences


καταλάβῃ — 3 Occ.
καταλάβητε — 1 Occ.
καταλαβέσθαι — 1 Occ.
καταλάβω — 1 Occ.
καταλαβόμενοι — 1 Occ.
καταλαμβάνομαι — 1 Occ.
κατειλημμένην — 1 Occ.
κατειληφέναι — 1 Occ.
κατείληπται — 1 Occ.
κατέλαβεν — 2 Occ.
κατελαβόμην — 1 Occ.
κατελήμφθην — 1 Occ.

καταλαλοῦσιν — 1 Occ.
καταλαλιαί — 1 Occ.
καταλαλιάς — 1 Occ.
καταλάλους — 1 Occ.
καταλάβῃ — 3 Occ.
καταλάβητε — 1 Occ.
καταλαβέσθαι — 1 Occ.
καταλάβω — 1 Occ.
καταλαβόμενοι — 1 Occ.
καταλαμβάνομαι — 1 Occ.
κατειληφέναι — 1 Occ.
κατείληπται — 1 Occ.
κατέλαβεν — 2 Occ.
κατελαβόμην — 1 Occ.
κατελήμφθην — 1 Occ.
καταλεγέσθω — 1 Occ.
καταλείπει — 1 Occ.
καταλειφθῆναι — 1 Occ.
καταλειπομένης — 1 Occ.
καταλείποντες — 1 Occ.


<< καταλαμβάνομαι
κατειλημμένην

Englishman's Greek Concordance