καταλαμβάνομαι
<< καταλαβόμενοι
καταλαμβάνομαι

καταλαμβάνομαι (katalambanomai) — 1 Occurrence

Acts 10:34 V-PIM-1S
BIB: Ἐπ' ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι οὐκ
NAS: certainly understand [now] that God
KJV: Of a truth I perceive that God
INT: certainly truth I understand that not


Strong's Greek 2638
15 Occurrences


καταλάβῃ — 3 Occ.
καταλάβητε — 1 Occ.
καταλαβέσθαι — 1 Occ.
καταλάβω — 1 Occ.
καταλαβόμενοι — 1 Occ.
καταλαμβάνομαι — 1 Occ.
κατειλημμένην — 1 Occ.
κατειληφέναι — 1 Occ.
κατείληπται — 1 Occ.
κατέλαβεν — 2 Occ.
κατελαβόμην — 1 Occ.
κατελήμφθην — 1 Occ.

καταλαλῶν — 1 Occ.
καταλαλοῦσιν — 1 Occ.
καταλαλιαί — 1 Occ.
καταλαλιάς — 1 Occ.
καταλάλους — 1 Occ.
καταλάβῃ — 3 Occ.
καταλάβητε — 1 Occ.
καταλαβέσθαι — 1 Occ.
καταλάβω — 1 Occ.
καταλαβόμενοι — 1 Occ.
κατειλημμένην — 1 Occ.
κατειληφέναι — 1 Occ.
κατείληπται — 1 Occ.
κατέλαβεν — 2 Occ.
κατελαβόμην — 1 Occ.
κατελήμφθην — 1 Occ.
καταλεγέσθω — 1 Occ.
καταλείπει — 1 Occ.
καταλειφθῆναι — 1 Occ.
καταλειπομένης — 1 Occ.


<< καταλαβόμενοι
καταλαμβάνομαι

Englishman's Greek Concordance