κατακλιθῇς
<< κατακλιθῆναι
κατακλιθῇς

κατακλιθῇς (kataklithēs) — 1 Occurrence

Luke 14:8 V-ASP-2S
BIB: γάμους μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν
NAS: to a wedding feast, do not take the place of honor,
KJV: sit not down in the highest room;
INT: wedding feasts not do recline in the


Strong's Greek 2625
5 Occurrences


Κατακλίνατε — 1 Occ.
κατακλιθῆναι — 1 Occ.
κατακλιθῇς — 1 Occ.
κατέκλιναν — 1 Occ.
κατεκλίθη — 1 Occ.

κατακειμένου — 1 Occ.
κατακεῖσθαι — 2 Occ.
κατάκειται — 1 Occ.
κατέκειτο — 4 Occ.
κατέκλασεν — 2 Occ.
κατέκλεισα — 1 Occ.
κατέκλεισεν — 1 Occ.
κατεκληρονόμησεν — 1 Occ.
Κατακλίνατε — 1 Occ.
κατακλιθῆναι — 1 Occ.
κατέκλιναν — 1 Occ.
κατεκλίθη — 1 Occ.
κατακλυσθεὶς — 1 Occ.
κατακλυσμὸν — 1 Occ.
κατακλυσμὸς — 2 Occ.
κατακλυσμοῦ — 1 Occ.
Κατακολουθήσασαι — 1 Occ.
κατακολουθοῦσα — 1 Occ.
κατακόπτων — 1 Occ.
κατακρημνίσαι — 1 Occ.


<< κατακλιθῆναι
κατακλιθῇς

Englishman's Greek Concordance