διαγρηγορήσαντες
<< διεγόγγυζον
διαγρηγορήσαντες

διαγρηγορήσαντες (diagrēgorēsantes) — 1 Occurrence

Luke 9:32 V-APA-NMP
BIB: βεβαρημένοι ὕπνῳ διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον
NAS: with sleep; but when they were fully awake, they saw
KJV: and when they were awake, they saw
INT: heavy with sleep having awoke fully moreover they saw


Strong's Greek 1235
1 Occurrence


διαγρηγορήσαντες — 1 Occ.

διαβόλους — 2 Occ.
διαγγελῇ — 1 Occ.
διάγγελλε — 1 Occ.
διαγγέλλων — 1 Occ.
διαγενομένων — 1 Occ.
διαγενομένου — 2 Occ.
διαγινώσκειν — 1 Occ.
διαγνώσομαι — 1 Occ.
διάγνωσιν — 1 Occ.
διεγόγγυζον — 2 Occ.
διάγωμεν — 1 Occ.
διάγοντες — 1 Occ.
διαδεξάμενοι — 1 Occ.
διαδήματα — 3 Occ.
διαδίδωσιν — 1 Occ.
διάδος — 1 Occ.
διεδίδετο — 1 Occ.
διέδωκεν — 1 Occ.
διάδοχον — 1 Occ.
διεζώσατο — 1 Occ.


<< διεγόγγυζον
διαγρηγορήσαντες

Englishman's Greek Concordance