διαγνώσομαι
<< διαγινώσκειν
διαγνώσομαι

διαγνώσομαι (diagnōsomai) — 1 Occurrence

Acts 24:22 V-FIM-1S
BIB: χιλίαρχος καταβῇ διαγνώσομαι τὰ καθ'
NAS: comes down, I will decide your case.
KJV: shall come down, I will know the uttermost of your
INT: chief captain might have come down I will examine the things as to


Strong's Greek 1231
2 Occurrences


διαγινώσκειν — 1 Occ.
διαγνώσομαι — 1 Occ.

διάβολον — 1 Occ.
διάβολος — 17 Occ.
διαβόλου — 13 Occ.
διαβόλους — 2 Occ.
διαγγελῇ — 1 Occ.
διάγγελλε — 1 Occ.
διαγγέλλων — 1 Occ.
διαγενομένων — 1 Occ.
διαγενομένου — 2 Occ.
διαγινώσκειν — 1 Occ.
διάγνωσιν — 1 Occ.
διεγόγγυζον — 2 Occ.
διαγρηγορήσαντες — 1 Occ.
διάγωμεν — 1 Occ.
διάγοντες — 1 Occ.
διαδεξάμενοι — 1 Occ.
διαδήματα — 3 Occ.
διαδίδωσιν — 1 Occ.
διάδος — 1 Occ.
διεδίδετο — 1 Occ.


<< διαγινώσκειν
διαγνώσομαι

Englishman's Greek Concordance