συντριβήσεται
<< συντετρίφθαι
συντριβήσεται

συντριβήσεται (syntribēsetai) — 1 Occurrence

John 19:36 V-FIP-3S
BIB: Ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ
NAS: NOT A BONE OF HIM SHALL BE BROKEN.
KJV: shall not be broken.
INT: bone not one will be broken of him


Strong's Greek 4937
8 Occurrences


συντετριμμένον — 1 Occ.
συντετριμμένους — 1 Occ.
συντετρίφθαι — 1 Occ.
συντριβήσεται — 1 Occ.
συντρίβεται — 1 Occ.
συντρῖβον — 1 Occ.
συντρίψασα — 1 Occ.
συντρίψει — 1 Occ.

συνεπέθεντο — 1 Occ.
συνετέθειντο — 1 Occ.
συνέθεντο — 2 Occ.
συντόμως — 2 Occ.
συνέδραμεν — 1 Occ.
συνέδραμον — 1 Occ.
συντρεχόντων — 1 Occ.
συντετριμμένον — 1 Occ.
συντετριμμένους — 1 Occ.
συντετρίφθαι — 1 Occ.
συντρίβεται — 1 Occ.
συντρῖβον — 1 Occ.
συντρίψασα — 1 Occ.
συντρίψει — 1 Occ.
σύντριμμα — 1 Occ.
σύντροφος — 1 Occ.
συντυχεῖν — 1 Occ.
Συντύχην — 1 Occ.
συνυπεκρίθησαν — 1 Occ.
συνυπουργούντων — 1 Occ.


<< συντετρίφθαι
συντριβήσεται

Englishman's Greek Concordance