συντετριμμένους
<< συντετριμμένον
συντετριμμένους

συντετριμμένους (syntetrimmenous) — 1 Occurrence

Luke 4:18 V-RPP-AMP
BIB: ἰὰσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν
KJV: to heal the brokenhearted, to preach
INT: to heal the broken in heart


Strong's Greek 4937
8 Occurrences


συντετριμμένον — 1 Occ.
συντετριμμένους — 1 Occ.
συντετρίφθαι — 1 Occ.
συντριβήσεται — 1 Occ.
συντρίβεται — 1 Occ.
συντρῖβον — 1 Occ.
συντρίψασα — 1 Occ.
συντρίψει — 1 Occ.

συνετήρει — 2 Occ.
συντηροῦνται — 1 Occ.
συνεπέθεντο — 1 Occ.
συνετέθειντο — 1 Occ.
συνέθεντο — 2 Occ.
συντόμως — 2 Occ.
συνέδραμεν — 1 Occ.
συνέδραμον — 1 Occ.
συντρεχόντων — 1 Occ.
συντετριμμένον — 1 Occ.
συντετρίφθαι — 1 Occ.
συντριβήσεται — 1 Occ.
συντρίβεται — 1 Occ.
συντρῖβον — 1 Occ.
συντρίψασα — 1 Occ.
συντρίψει — 1 Occ.
σύντριμμα — 1 Occ.
σύντροφος — 1 Occ.
συντυχεῖν — 1 Occ.
Συντύχην — 1 Occ.


<< συντετριμμένον
συντετριμμένους

Englishman's Greek Concordance