συνήγειρεν
<< συνδρομὴ
συνήγειρεν

συνήγειρεν (synēgeiren) — 1 Occurrence

Ephesians 2:6 V-AIA-3S
BIB: καὶ συνήγειρεν καὶ συνεκάθισεν
NAS: and raised us up with Him, and seated
KJV: And hath raised [us] up together, and
INT: and raised [us] up together and seated [us] together


Strong's Greek 4891
3 Occurrences


συνήγειρεν — 1 Occ.
συνηγέρθητε — 2 Occ.

σύνδεσμος — 1 Occ.
συνδεδεμένοι — 1 Occ.
συνδοξασθῶμεν — 1 Occ.
συνδούλων — 1 Occ.
σύνδουλοι — 2 Occ.
σύνδουλόν — 1 Occ.
σύνδουλος — 4 Occ.
συνδούλου — 1 Occ.
συνδούλους — 1 Occ.
συνδρομὴ — 1 Occ.
συνηγέρθητε — 2 Occ.
συνέδρια — 2 Occ.
συνεδρίῳ — 7 Occ.
συνέδριον — 10 Occ.
συνεδρίου — 3 Occ.
συνειδήσει — 3 Occ.
συνειδήσεως — 7 Occ.
συνειδήσεσιν — 1 Occ.
συνείδησιν — 16 Occ.
συνείδησις — 3 Occ.


<< συνδρομὴ
συνήγειρεν

Englishman's Greek Concordance