συνδρομὴ
<< συνδούλους
συνδρομὴ

συνδρομὴ (syndromē) — 1 Occurrence

Acts 21:30 N-NFS
BIB: καὶ ἐγένετο συνδρομὴ τοῦ λαοῦ
NAS: and the people rushed together, and taking hold
INT: and there was a commotion of the people


Strong's Greek 4890
1 Occurrence


συνδρομὴ — 1 Occ.

σύνδεσμον — 1 Occ.
σύνδεσμος — 1 Occ.
συνδεδεμένοι — 1 Occ.
συνδοξασθῶμεν — 1 Occ.
συνδούλων — 1 Occ.
σύνδουλοι — 2 Occ.
σύνδουλόν — 1 Occ.
σύνδουλος — 4 Occ.
συνδούλου — 1 Occ.
συνδούλους — 1 Occ.
συνήγειρεν — 1 Occ.
συνηγέρθητε — 2 Occ.
συνέδρια — 2 Occ.
συνεδρίῳ — 7 Occ.
συνέδριον — 10 Occ.
συνεδρίου — 3 Occ.
συνειδήσει — 3 Occ.
συνειδήσεως — 7 Occ.
συνειδήσεσιν — 1 Occ.
συνείδησιν — 16 Occ.


<< συνδούλους
συνδρομὴ

Englishman's Greek Concordance