περιτμηθῆναι
<< περιτετμημένος
περιτμηθῆναι

περιτμηθῆναι (peritmēthēnai) — 1 Occurrence

Galatians 2:3 V-ANP
BIB: ὤν ἠναγκάσθη περιτμηθῆναι
NAS: was compelled to be circumcised.
KJV: was compelled to be circumcised:
INT: being was compelled to be circumcised


Strong's Greek 4059
18 Occurrences


περιέτεμεν — 2 Occ.
περιετμήθητε — 1 Occ.
περιτεμεῖν — 2 Occ.
περιτέμνησθε — 1 Occ.
περιτέμνειν — 2 Occ.
περιτέμνεσθαι — 3 Occ.
περιτεμνέσθω — 1 Occ.
περιτέμνετε — 1 Occ.
περιτεμνομένῳ — 1 Occ.
περιτεμνόμενοι — 1 Occ.
περιτετμημένος — 1 Occ.
περιτμηθῆναι — 1 Occ.
περιτμηθῆτε — 1 Occ.

περιετμήθητε — 1 Occ.
περιτεμεῖν — 2 Occ.
περιτέμνησθε — 1 Occ.
περιτέμνειν — 2 Occ.
περιτέμνεσθαι — 3 Occ.
περιτεμνέσθω — 1 Occ.
περιτέμνετε — 1 Occ.
περιτεμνομένῳ — 1 Occ.
περιτεμνόμενοι — 1 Occ.
περιτετμημένος — 1 Occ.
περιτμηθῆτε — 1 Occ.
περιέθηκαν — 1 Occ.
περιέθηκεν — 2 Occ.
περιθεὶς — 2 Occ.
περιθέντες — 1 Occ.
περιτιθέασιν — 1 Occ.
περιτίθεμεν — 1 Occ.
περιτομὴ — 14 Occ.
περιτομήν — 7 Occ.
περιτομῆς — 15 Occ.


<< περιτετμημένος
περιτμηθῆναι

Englishman's Greek Concordance