περιτετμημένος
<< περιτεμνόμενοι
περιτετμημένος

περιτετμημένος (peritetmēmenos) — 1 Occurrence

1 Corinthians 7:18 V-RPM/P-NMS
BIB: περιτετμημένος τις ἐκλήθη
NAS: called [when he was already] circumcised? He is not to become uncircumcised.
KJV: called being circumcised? let him
INT: Having been circumcised any one was called


Strong's Greek 4059
18 Occurrences


περιέτεμεν — 2 Occ.
περιετμήθητε — 1 Occ.
περιτεμεῖν — 2 Occ.
περιτέμνησθε — 1 Occ.
περιτέμνειν — 2 Occ.
περιτέμνεσθαι — 3 Occ.
περιτεμνέσθω — 1 Occ.
περιτέμνετε — 1 Occ.
περιτεμνομένῳ — 1 Occ.
περιτεμνόμενοι — 1 Occ.
περιτετμημένος — 1 Occ.
περιτμηθῆναι — 1 Occ.
περιτμηθῆτε — 1 Occ.

περιέτεμεν — 2 Occ.
περιετμήθητε — 1 Occ.
περιτεμεῖν — 2 Occ.
περιτέμνησθε — 1 Occ.
περιτέμνειν — 2 Occ.
περιτέμνεσθαι — 3 Occ.
περιτεμνέσθω — 1 Occ.
περιτέμνετε — 1 Occ.
περιτεμνομένῳ — 1 Occ.
περιτεμνόμενοι — 1 Occ.
περιτμηθῆναι — 1 Occ.
περιτμηθῆτε — 1 Occ.
περιέθηκαν — 1 Occ.
περιέθηκεν — 2 Occ.
περιθεὶς — 2 Occ.
περιθέντες — 1 Occ.
περιτιθέασιν — 1 Occ.
περιτίθεμεν — 1 Occ.
περιτομὴ — 14 Occ.
περιτομήν — 7 Occ.


<< περιτεμνόμενοι
περιτετμημένος

Englishman's Greek Concordance