περισσοῦ
<< περισσότερον
περισσοῦ

περισσοῦ (perissou) — 1 Occurrence

Mark 6:51 Adj-GNS
BIB: λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς
INT: exceedingly in abundance in themselves


Strong's Greek 4053
23 Occurrences


περισσὸν — 5 Occ.
περισσοτέρᾳ — 1 Occ.
περισσοτέραν — 3 Occ.
περισσότερον — 13 Occ.
περισσοῦ — 1 Occ.

περισσεύουσα — 1 Occ.
περισσεῦσαι — 2 Occ.
περισσεῦσαν — 1 Occ.
περισσεύσαντα — 1 Occ.
περισσεύσῃ — 2 Occ.
περισσευθήσεται — 2 Occ.
περισσὸν — 5 Occ.
περισσοτέρᾳ — 1 Occ.
περισσοτέραν — 3 Occ.
περισσότερον — 13 Occ.
ἐκπερισσῶς — 1 Occ.
περισσῶς — 4 Occ.
περισσοτέρως — 12 Occ.
περιστεραί — 1 Occ.
περιστερὰν — 4 Occ.
περιστεράς — 4 Occ.
περιστερῶν — 1 Occ.
περιέτεμεν — 2 Occ.
περιετμήθητε — 1 Occ.
περιτεμεῖν — 2 Occ.


<< περισσότερον
περισσοῦ

Englishman's Greek Concordance