περισσοτέρᾳ
<< περισσὸν
περισσοτέρᾳ

περισσοτέρᾳ (perissotera) — 1 Occurrence

2 Corinthians 2:7 Adj-DFS-C
BIB: πως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ
NAS: might be overwhelmed by excessive sorrow.
INT: perhaps with the more abundant grief should be swallowed up


Strong's Greek 4053
23 Occurrences


περισσὸν — 5 Occ.
περισσοτέρᾳ — 1 Occ.
περισσοτέραν — 3 Occ.
περισσότερον — 13 Occ.
περισσοῦ — 1 Occ.

περισσεύονται — 1 Occ.
περισσεύοντες — 2 Occ.
περισσεύοντος — 2 Occ.
περισσεύουσα — 1 Occ.
περισσεῦσαι — 2 Occ.
περισσεῦσαν — 1 Occ.
περισσεύσαντα — 1 Occ.
περισσεύσῃ — 2 Occ.
περισσευθήσεται — 2 Occ.
περισσὸν — 5 Occ.
περισσοτέραν — 3 Occ.
περισσότερον — 13 Occ.
περισσοῦ — 1 Occ.
ἐκπερισσῶς — 1 Occ.
περισσῶς — 4 Occ.
περισσοτέρως — 12 Occ.
περιστεραί — 1 Occ.
περιστερὰν — 4 Occ.
περιστεράς — 4 Occ.
περιστερῶν — 1 Occ.


<< περισσὸν
περισσοτέρᾳ

Englishman's Greek Concordance