κατεργαζομένου
<< κατεργαζόμενοι
κατεργαζομένου

κατεργαζομένου (katergazomenou) — 1 Occurrence

Romans 2:9 V-PPM/P-GMS
BIB: ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν
NAS: soul of man who does evil, of the Jew
KJV: of man that doeth evil,
INT: of man that produces evil


Strong's Greek 2716
22 Occurrences


κατειργάσατο — 3 Occ.
κατειργάσθαι — 1 Occ.
κατειργάσθη — 1 Occ.
κατεργασάμενοι — 1 Occ.
κατεργασάμενον — 1 Occ.
κατεργασάμενος — 1 Occ.
κατεργάζεσθαι — 1 Occ.
κατεργάζεσθε — 1 Occ.
κατεργάζεται — 6 Occ.
κατεργάζομαι — 3 Occ.
κατεργαζομένη — 1 Occ.
κατεργαζόμενοι — 1 Occ.
κατεργαζομένου — 1 Occ.

κατειργάσθη — 1 Occ.
κατεργασάμενοι — 1 Occ.
κατεργασάμενον — 1 Occ.
κατεργασάμενος — 1 Occ.
κατεργάζεσθαι — 1 Occ.
κατεργάζεσθε — 1 Occ.
κατεργάζεται — 6 Occ.
κατεργάζομαι — 3 Occ.
κατεργαζομένη — 1 Occ.
κατεργαζόμενοι — 1 Occ.
κατῆλθεν — 2 Occ.
κατήλθομεν — 2 Occ.
κατῆλθον — 4 Occ.
κατελθεῖν — 2 Occ.
κατελθὼν — 3 Occ.
ΚΑΤΕΛΘΟΝΤΕΣ — 1 Occ.
κατελθόντων — 1 Occ.
κατερχομένη — 1 Occ.
κατάφαγε — 1 Occ.
καταφάγῃ — 1 Occ.


<< κατεργαζόμενοι
κατεργαζομένου

Englishman's Greek Concordance