κατακριθήσεται
<< κατακρινοῦσιν
κατακριθήσεται

κατακριθήσεται (katakrithēsetai) — 1 Occurrence

Mark 16:16 V-FIP-3S
BIB: δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται
NAS: but he who has disbelieved shall be condemned.
KJV: he that believeth not shall be damned.
INT: however having disbelieved will be condemned


Strong's Greek 2632
18 Occurrences


κατακέκριται — 1 Occ.
κατακρινεῖ — 2 Occ.
κατακρίνεις — 1 Occ.
κατακρίνω — 1 Occ.
κατακρινῶν — 1 Occ.
κατακρινοῦσιν — 4 Occ.
κατακριθήσεται — 1 Occ.
κατακριθῶμεν — 1 Occ.
κατέκριναν — 1 Occ.
κατέκρινεν — 4 Occ.
κατεκρίθη — 1 Occ.

κατακολουθοῦσα — 1 Occ.
κατακόπτων — 1 Occ.
κατακρημνίσαι — 1 Occ.
κατάκριμα — 3 Occ.
κατακέκριται — 1 Occ.
κατακρινεῖ — 2 Occ.
κατακρίνεις — 1 Occ.
κατακρίνω — 1 Occ.
κατακρινῶν — 1 Occ.
κατακρινοῦσιν — 4 Occ.
κατακριθῶμεν — 1 Occ.
κατέκριναν — 1 Occ.
κατέκρινεν — 4 Occ.
κατεκρίθη — 1 Occ.
κατακρίσεως — 1 Occ.
κατάκρισιν — 1 Occ.
κατακυριεύοντες — 1 Occ.
κατακυριεύουσιν — 2 Occ.
κατακυριεύσας — 1 Occ.
καταλαλεῖ — 1 Occ.


<< κατακρινοῦσιν
κατακριθήσεται

Englishman's Greek Concordance