δαιμονιζομένου
<< δαιμονιζόμενος
δαιμονιζομένου

δαιμονιζομένου (daimonizomenou) — 1 Occurrence

John 10:21 V-PPM/P-GMS
BIB: οὐκ ἔστιν δαιμονιζομένου μὴ δαιμόνιον
NAS: are not the sayings of one demon-possessed. A demon
KJV: the words of him that hath a devil. Can
INT: not are [those] of one possessed by a demon not A demon


Strong's Greek 1139
13 Occurrences


δαιμονισθεὶς — 2 Occ.
δαιμονίζεται — 1 Occ.
δαιμονιζομένῳ — 1 Occ.
δαιμονιζομένων — 1 Occ.
δαιμονιζόμενοι — 1 Occ.
δαιμονιζόμενον — 2 Occ.
δαιμονιζόμενος — 1 Occ.
δαιμονιζομένου — 1 Occ.
δαιμονιζομένους — 3 Occ.

γωνίαις — 2 Occ.
γωνίας — 6 Occ.
Δαυὶδ — 59 Occ.
δαιμονισθεὶς — 2 Occ.
δαιμονίζεται — 1 Occ.
δαιμονιζομένῳ — 1 Occ.
δαιμονιζομένων — 1 Occ.
δαιμονιζόμενοι — 1 Occ.
δαιμονιζόμενον — 2 Occ.
δαιμονιζόμενος — 1 Occ.
δαιμονιζομένους — 3 Occ.
δαιμόνια — 32 Occ.
δαιμονίων — 11 Occ.
δαιμονίοις — 1 Occ.
Δαιμόνιον — 15 Occ.
δαιμονίου — 4 Occ.
δαιμονιώδης — 1 Occ.
δαίμονες — 1 Occ.
δάκνετε — 1 Occ.
δακρύων — 6 Occ.


<< δαιμονιζόμενος
δαιμονιζομένου

Englishman's Greek Concordance