δαιμονίζεται
<< δαιμονισθεὶς
δαιμονίζεται

δαιμονίζεται (daimonizetai) — 1 Occurrence

Matthew 15:22 V-PIM/P-3S
BIB: μου κακῶς δαιμονίζεται
NAS: is cruelly demon-possessed.
KJV: is grievously vexed with a devil.
INT: of me miserably is possessed by a demon


Strong's Greek 1139
13 Occurrences


δαιμονισθεὶς — 2 Occ.
δαιμονίζεται — 1 Occ.
δαιμονιζομένῳ — 1 Occ.
δαιμονιζομένων — 1 Occ.
δαιμονιζόμενοι — 1 Occ.
δαιμονιζόμενον — 2 Occ.
δαιμονιζόμενος — 1 Occ.
δαιμονιζομένου — 1 Occ.
δαιμονιζομένους — 3 Occ.

γυναικός — 23 Occ.
γυναιξὶ — 1 Occ.
γυναιξίν — 5 Occ.
γυνὴ — 73 Occ.
Γὼγ — 1 Occ.
γωνίᾳ — 1 Occ.
γωνίαις — 2 Occ.
γωνίας — 6 Occ.
Δαυὶδ — 59 Occ.
δαιμονισθεὶς — 2 Occ.
δαιμονιζομένῳ — 1 Occ.
δαιμονιζομένων — 1 Occ.
δαιμονιζόμενοι — 1 Occ.
δαιμονιζόμενον — 2 Occ.
δαιμονιζόμενος — 1 Occ.
δαιμονιζομένου — 1 Occ.
δαιμονιζομένους — 3 Occ.
δαιμόνια — 32 Occ.
δαιμονίων — 11 Occ.
δαιμονίοις — 1 Occ.


<< δαιμονισθεὶς
δαιμονίζεται

Englishman's Greek Concordance